Η πνευμονική ίνωση είναι μια σχετικά σπάνια πάθηση που αφορά τον πνευμονικό ιστό. Είναι η συνηθέστερη μιας ομάδας παθήσεων που λέγονται διάμεσες πνευμονοπάθειες και έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Σ αυτήν οι κυψελίδες του πνεύμονα χάνουν τη φυσιολογική μαλακή τους υφή, γίνονται πιο σκληρές και λιγότερο ευένδοτες, όπως όταν αναπτύσσεται ουλώδης ιστός. Έτσι οι πνεύμονες διατείνονται κάπως δυσκολότερα κατά την εισπνοή και δεν είναι τόσο ευχερής η ανταλλαγή των αερίων και κυρίως η πρόσληψη του οξυγόνου.
Συνέπεια των προηγούμενων είναι η εμφάνιση συμπτωμάτων όπως ο βήχας, η δύσπνοια κυρίως στη φυσική δραστηριότητα (εύκολο λαχάνιασμα, η αίσθηση ότι ο αέρας που εισπνέουμε δεν μας φτάνει) και η εύκολη κόπωση. Η αιτιολογία της νόσου είναι άγνωστη, γι αυτό και λέγεται ιδιοπαθής. Είναι συχνότερη σε άνδρες και καπνιστές. Μπορεί ακόμη να προσβάλλει περισσότερα άτομα της ίδιας οικογένειας (οικογενής μορφή). Συχνά όμως ανευρίσκεται και μια δευτεροπαθής μορφή της νόσου, σε άτομα με κάποια ρευματολογική πάθηση (σκληρόδερμα, ρευματοειδής αρθρίτιδα κλπ.).
Στην ακρόαση των πνευμόνων ανευρίσκονται χαρακτηριστικοί ήχοι (σαν velcro) που οδηγούν σε περαιτέρω διερεύνηση με αξονική τομογραφία. Με την εξέταση αυτή τίθεται η διάγνωση της νόσου. Μπορεί να χρειαστούν και περαιτέρω εξετάσεις (βρογχοσκόπηση, βιοψία, εξετάσεις αίματος).
Η πορεία της νόσου είναι εξελικτική, με σταδιακή ελάττωση των αναπνευστικών εφεδρειών και, στα προχωρημένα στάδια, με ανάγκη για λήψη συμπληρωματικού οξυγόνου. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει αγωγή που να θεραπεύει την πάθηση. Υπάρχουν όμως δύο τουλάχιστον φάρμακα που επιβραδύνουν την πορεία της νόσου και επιμηκύνουν σημαντικά την επιβίωση. Η έγκαιρη ανίχνευση της πάθησης και η έναρξη θεραπείας οδηγεί σε βελτιωμένη πρόγνωση.




